εύχορτος


εύχορτος
εὔχορτος, -ον (Α)
1. αυτός που παρέχει πολύ χόρτο, άφθονη βοσκή
2. (για το νερό) εύπεπτος, αυτός που συντελεί στη θρέψη, θρεπτικός, χωνευτικός
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ εὔχορτα
τα βοσκοτόπια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + χόρτος (ο) «κήπος, βλάστηση, χόρτο»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔχορτος — fattening masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔχορτον — εὔχορτος fattening masc/fem acc sg εὔχορτος fattening neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχόρτοιο — εὔχορτος fattening masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχόρτου — εὔχορτος fattening masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔχορτα — εὔχορτος fattening neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάγχορτος — πάγχορτος, ον (Α) αυτός που περιέχει καθετί που απαιτείται για χορτασμό, για κορεσμό («σίτοισι παγχόρτοισιν ἐξενίζομεν», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + χόρτος (πρβλ. εύχορτος)] …   Dictionary of Greek

  • ՔԱՋԱԽՈՏ — ( ) NBH 2 0984 Chronological Sequence: 6c ա. εὕχορτος foeno seu gramine abundans, pabula uber. Խոտաւէտ, ուռճացեալ խոտովք կամ դալարեօք. *Քաջախոտ եւ քաջահասկ երկիրն: Երկիրս թանձրահող, քաջաջուր քաջախոտ. Փիլ. իմաստն. եւ Փիլ. լին …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.